Έθιμα των σφουγγαράδων.

Τον Μάρτιο μήνα, με την επίκληση του Ταξιάρχη Μιχαήλ του Παρνομίτηξεκινούσαν οι προετοιμασίες των σφουγγαράδων για το πολύμοχθο ταξίδι στα παράλια της Μεσογείου. .Οι ετοιμασίες κρατούσαν πάνω από δύο μήνες (Φεβρουάριο - Μάρτιο). Και στα τέλη Σεπτέμβρη ο σφουγγαράς γύριζε.Όλο αυτόν τον καιρό οι γυναίκες στο νησί (Κάλυμνο, Σύμη, Ύδρα κλπ) με τα μαλλ...

Τον Μάρτιο μήνα, με την επίκληση του Ταξιάρχη Μιχαήλ του Παρνομίτηξεκινούσαν οι προετοιμασίες των σφουγγαράδων για το πολύμοχθο ταξίδι στα παράλια της Μεσογείου. .

Οι ετοιμασίες κρατούσαν πάνω από δύο μήνες (Φεβρουάριο - Μάρτιο). Και στα τέλη Σεπτέμβρη ο σφουγγαράς γύριζε.

Όλο αυτόν τον καιρό οι γυναίκες στο νησί (Κάλυμνο, Σύμη, Ύδρα κλπ) με τα μαλλιά πλεξούδες σηκωμένες ψηλά γύρω στο κεφάλι, που μαρτυρούσαν τη θλίψη τους, κάτω από το μαύρο τσεμπέρι, κράταγαν το σπιτικό, διπλά υπεύθυνες, μεγάλωναν παιδιά και περίμεναν το γυρισμό του σφουγγαρά λαχταρώντας να τον δουν γερό και όχι σακατεμένο.

Τα Ποκινήματα

Οι ετοιμασίες (τα ποκινήματα) των σφουγγαράδικων για το μεγάλο καλοκαιρινό ταξίδι κρατούσαν πάνω από δύο μήνες (Φεβρουάριο - Μάρτιο).

Γι' αυτό εκείνο το διάστημα έπρεπε να μαζευτούν τα διάφορα εργαλεία της δουλειάς, να φροντίσουν τις κουμπάνιες για τη τροφοδοσία του πληρώματος για έξη μήνες. Τα βασικά τρόφιμα ήταν οι γαλέτες και ο καβουρμάς.

Εκείνη την εποχή ο καπετάνιος έπρεπε να καταρτίσει το πλήρωμά του, με τις διάφορες ειδικότητες που θα πάρει μαζί του. Τότε έπρεπε να γίνουν τα συμβόλαια και να αρχίσει να δίνει τα «πλάτικα».

Ο αγιασμός

Πριν από κάθε αναχώρηση γινόταν αγιασμός και ο κάθε καπετάνιος καλούσε το παπά που συμπαθούσε και πίστευε ότι θα του φέρει γούρι. Ο αγιασμός γινόταν πάντα με την εικόνα του Αγίου Νικόλαου που τον είχανε προστάτη βοηθό και καταφύγιο.

Επίσης έχει ακουστεί από ναυτικούς ότι σε περίπτωση κινδύνου έβλεπαν τον Άγιο μπροστά τους να προσπαθεί να τους σώσει. Γι' αυτό κρεμούσαν την εικόνα του μπροστά στο δοιάκι και του έκαναν λειτουργίες για να τους σώσει.

Παρόντες στον αγιασμό ήταν όλοι οι άντρες του πληρώματος, αλλά καμιά γυναίκα, γιατί πίστευαν ότι έφερναν γρουσουζιά, αν και ήθελαν να τις βλέπουν στο «παλαμάρι» κατά την αναχώρηση, για να πάρουν μαζί τους μορφές τους που θα τους συντρόφευαν στο ταξίδι.

Η Αναχώρηση

Η μέρα της αναχώρησης ήταν πολύ δύσκολη και φορτισμένη από συναισθήματα για όλους αλλά περισσότερο για τον καπετάνιο διότι έπρεπε να συγκεντρώσει το πλήρωμα του. Πολλοί από το πλήρωμα την τελευταία στιγμή το μετάνιωναν και δεν παρουσιάζονταν καθόλου και άλλοι μεθούσαν και έπρεπε ο καπετάνιος να στείλει το υπόλοιπό πλήρωμα για να τους βρει. Ακόμα, άλλοι έρχονταν της τελευταία στιγμή και απειλούσαν το καπετάνιο να τους δώσει παραπάνω χρήματα αλλιώς θα έμεναν πίσω στο νησί. Έτσι με χίλιους τρόπους τερματιζόταν αυτή η διαδικασία. Υπήρχαν όμως πιο σοβαροί και πιο φρόνιμοι που ερχόντουσαν την
καθορισμένη ώρα. Μερικοί κουβαλούσαν μαζί τους μουσικά όργανα και γινότανε χορός από κοπέλες στην αποβάθρα.

Στο μεταξύ το απόγευμα μαζεύονταν στη παραλία μανάδες, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, παλιοί σφουγγαράδες, πατεράδες και κουβεντιάζανε μεταξύ τους. Η κοινή ανησυχία και λαχτάρα τους ένωνε.

Τέλος ερχότανε η ώρα της αναχώρησης και ένα κλίμα θλίψης επικρατούσε. Κάποια στιγμή μπαίνανε όλοι μέσα λύνανε τα σχοινιά και σαλπάρανε, κάνανε δυο, τρεις βόλτες σε σχήμα σταυρού και έπειτα ανέβαιναν όλοι στα άλμπουρα και χαιρετούσαν με τα άσπρα μαντίλια τους. Το ίδιο κάνανε και αυτοί που ήταν στην στεριά.

Όταν τα καΐκια απομακρύνονταν οι γυναίκες βγάζανε το ανοιχτόχρωμο τσεμπέρι που φορούσαν και το αντικαθιστούσαν με μαύρο το οποίο το φορούσαν για όσο καιρό έλειπαν οι άντρες τους. Ακόμα, σήκωναν τις κοτσίδες τους ένα γύρω πάνω από το κεφάλι τους και αυτό ήταν δείγμα θλίψης και επέστρεφαν στο σπίτι τους και αναλάμβαναν και το ρόλο του άντρα τους.

Το πακέτθο

Μετά την αναχώρηση τους από το νησί το μόνο μέσο επικοινωνίας που είχαν οι σφουγγαράδες με τους δικούς τους ήταν το «πακέτθο».

Το πακέτθο ήταν ένα από τα μεγαλύτερα καΐκια όπου αποθήκευαν κυρίως τα σφουγγάρια. Του έδιναν αυτό το όνομα επειδή δυο-τρεις φορές το καλοκαίρι ο καπετάνιος το έστελνε πίσω στην Κάλυμνο με τριπλό προορισμό:

να μεταφέρει τα σφουγγάρια που είχαν συγκεντρωθεί,

να δώσει τα γράμματα και τα νέα του πληρώματος στους δικούς τους και

να ξαναγυρίσει πίσω φέρνοντας τα γράμματα των γυναικών τους.

Όταν έφτανε το «πακέτθο» στο λιμάνι μοίραζε τα σφουγγάρια και τα γράμματα. Μαζεύονταν τότε οι γυναίκες, χορεύανε και φτιάχνανε πεστελλώματα για τους άνδρες τους (έφτιαχναν κρίθινες κουλούρες, τυρί καλύμνικο, μυζήθρες, σύκα μελλά, ζαχαροκούλουρα).

Έπειτα έγραφαν γράμματα με τα νέα όλης της οικογένειας. Πολλές γυναίκες που δεν ήξεραν γράμματα έπρεπε βρουν γραμματικό για να τους τα γράψει.

Ανάλογη ήταν και η χαρά των σφουγγαράδων όταν μάθαιναν πως «το πακέτθο» γύρισε στον τόπο της δουλειάς κι έπαιρναν τα γράμματα των γυναικών τους και τα πεστελλώματα. Με λαχτάρα τα γεύονταν και άλλαζε η γεύση της μισομουχλιασμένης γαλέτας στο στόμα τους.
Έτσι το πακέτθο για γυναίκες και άντρες ήταν ο παρήγορος άγγελος του καλοκαιριού

Το χαμπάρι - το ξόι

Δεν θα μπορούσες να ζεις στην Κάλυμνο, να 'χεις γνωρίσει την τάξη των σφουγγαράδων και να μη συμμετέχεις στις πίκρες και στις χαρές του. Έτσι όταν ακουγόταν το χαμπάρι ενός μηχανικού σφουγγαρά, πως έσκασε στη μηχανή, το κακό μαντάτο κυκλοφορούσε αμέσως από δεύτερο χέρι από στόμα σε στόμα.

Το χαμπάρι το ακολουθούσε το ξόι, στο σπίτι του πεθαμένου (ξόι ή ξόδι = εκφορά του νεκρού, κηδεία, θρήνος). Και επειδή έλειπε ο νεκρός μέσα στη μεγάλη σάλα, έβαζαν σε ένα πανέρι τα ρούχα του καταγής τοποθετημένα και κάθιζαν τριγύρω.

Παλιά οι μοιρολογίστρες, μόνο με τις μπουκαμίσες τους ή τα μαλλιά λυτά στο πρόσωπο, χτυπούσαν σταυρωτά το στήθος και τραβούσαν τα μαλλιά τους. Τα μοιρολόγια μιλούσαν για τη λεβεντοπνίχτρα θάλασσα. Αυτό το σπαραξικάρδιο ξόι έχει σταματήσει εδώ και χρόνια.

Οι θαλασσινοί μας είναι πιστοί χριστιανοί. Έπαιρναν μαζί τους τις λαμπάδες της Λαμπρής. Τις άναβαν ή τις έσβηναν στη θάλασσα. Έταζαν στον άγιο τα πρώτα σφουγγάρια που θα βγάζαν από τη πρώτη δουλειά. Μόλις γύριζαν με το καλό παρέδιναν αυτά τα σφουγγάρια στους επιτρόπους της εκκλησίας. (Σχεδόν όλες οι εκκλησίες έχουν αγιογραφηθεί ή χτιστεί με την πώληση των σφουγγαριών του Αγίου). Η Κάλυμνος χρωστά πολλά στους σφουγγαράδες της.

Ο Χορός του μηχανικού

Ο Χορός του μηχανικού χορεύεται σε διάφορες εκδηλώσεις είτε έχουν σφουγγαράδικο περιεχόμενο είτε όχι (γάμους, γλέντια, πανηγύρια) και είναι πολύ αγαπητός.

Είναι απομίμηση του πιασμένου μηχανικού, δηλαδή του δύτη που βουτούσε με σκάφανδρο κι έχει πιαστεί, δηλαδή έχει πάθει τη νόσο των δυτών (ημιπαράλυση).

Αυτός ο χορός ξεκίνησε σχεδόν πριν από 50 χρόνια. Όμως τις ρίζες του πραγματικού χορού με ήρωα αληθινά πιασμένο μηχανικό, θα τις αναζητήσουμε στα τέλη του περασμένου αιώνα.
Τότε είχαμε τους πρώτους μηχανικούς και τους πρώτους «πιασμένους».Η παντελής άγνοια κανόνων κατάδυσης (βάθος, χρόνος, γενική συμπεριφορά) ήταν η αιτία που υπήρχαν πολλά θύματα «σκασμένοι και πιασμένοι»...

Τα γλέντια γινόντουσαν στις ταβέρνες με χορούς και βιολιά και λαούτα. Παρακολουθούσαν και αυτοί που η πίκρα τους ήταν πιο ελαφριά και μπορούσαν να σύρουν τα πόδια τους με το μπαστούνι. Μετά από ένα-δύο ποτηράκια δεν πίστευαν ότι δεν μπορούσαν να χορέψουν και ότι έπρεπε να αρνηθούν της χαρές της ζωής. Ο πιο ζωηρός ακουμπώντας πάνω στους άλλους προσπαθούσε να κάνει λίγα τρεμουλιαστά βήματα χορού και σιγά σιγά όταν συνειδητοποιούσε ότι δεν μπορούσε να χορέψει, οι φίλοι του τον κρατούσαν με πόνο ψυχής, αναλογιζόμενοι ότι θα μπορούσαν κι εκείνοι να πάθουν τα ίδια. Και μετά αδύναμος καθώς ήταν καθόταν στην καρέκλα και του γέμιζαν το ποτήρι με κρασί για να σβήσει τον καημό του.

Ο χορός του μηχανικού είναι γνήσια Καλύμνιος χορός και καθαρά αντρικός.

Πώς επιβίωσε ο χορός
Μετά από τον πόλεμο (1952), ένας Καλύμνιος απόφοιτος της Γυμναστικής Ακαδημίας Σωματικής Αγωγής, ο Θεόφιλος Κλωνάρης, γιος μηχανικού σφουγγαράδικου προσελήφθη στο συγκρότημα της Δώρας Στράτου. Έτσι αποφάσισε να μιμηθεί ο ίδιος το χορό του μηχανικού (ένα χορό που ο μηχανικός τρεμουλιάζει, που πέφτει κάτω και ξανά σηκώνεται για να χορέψει με συνοδεία την ειδική μελωδία του μηχανικού, εμπνευσμένη από τη σφουγγαράδικη λεβεντιά και αντρειοσύνη).

Ο Θ.Κλωνάρης δίδαξε τον χορό στο Λύκειο Ελληνίδων και αρκετοί νέοι μας έμαθαν να τον χορεύουν, ενθουσιάζοντας Έλληνες και ξένους.

Από το ένθετο "Επτά Ημέρες" της εφημερίδας "Καθημερινή" στις 13-9-1998
ΣΦΟΥΓΓΑΡΙ ΚΑΙ ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΔΕΣ

Πηγή http://www.tzivaerikalymnos.com/worwide-kalymnians/parikiaka-nea/282-ethima-ton-sfouggaradon


ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Όλα τα παρακάτω πεδία είναι υποχρεωτικά, οπότε πρέπει να τα συμπληρώσεις για να μπορέσεις να υποβάλεις το σχόλιό σου! Η διεύθυνση e-mail που θα καταχωρήσεις ΔΕΝ θα δημοσιευθεί.

Σύμφωνα με τους όρους χρήσης σε περίπτωση χρήσης ψευδωνύμου, πριν την δημοσίευση του σχολίου σου μπορεί να υπάρξει επικοινωνία μέσω e-mail για την ταυτοποίηση των στοιχείων σου χωρίς αυτά να δημοσιοποιηθούν ή/και να δημοσιευθούν.

Δώσε μία έγκυρη διεύθυνση e-Mail. Η διεύθυνση e-mail που θα καταχωρήσεις ΔΕΝ θα δημοσιευθεί.

Πάτα στο πιο πάνω τετραγωνίδιο για να μας αποδείξεις οτι δεν είσαι ...ρομπότ!

Pantelis

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ

ΠΙΚΑΝΤΙΚΑ

ΥΓΕΙΑ

v-websites.gr - Καταστευή Ιστοσελίδων

Κατασκευή Ιστοσελίδων | Web Productions

kalymniansvoice.com

Copyright © 2017 | All rights reserved.

Ακολουθείστε μας στο Facebook
Μας αρέσει να μας λέτε ότι ...σας αρέσουμε!