Γιάννης Μαγκλής από τον Γιάννη Θ. Πατέλλη

 Η ελληνική λογοτεχνία, όπως άλλωστε και η παγκόσμια, είναι φυσικό να διέρχεται από πολλά στάδια και εξελίξεις. Δρομοδείκτης και οδηγός της, πάντα, η ίδια η ζωή και οι μεταμορφώσεις της. Ο εικοστός αιώνας άλλωστε χαρακτηρίζεται από έντονες κοινωνικές αλλαγές, παγκόσμιους πολέμους και ανακατατάξεις. Στη χώρα μας η λογοτεχνική γενιά που είχε αρχίσει...

 

Η ελληνική λογοτεχνία, όπως άλλωστε και η παγκόσμια, είναι φυσικό να διέρχεται από πολλά στάδια και εξελίξεις. Δρομοδείκτης και οδηγός της, πάντα, η ίδια η ζωή και οι μεταμορφώσεις της. Ο εικοστός αιώνας άλλωστε χαρακτηρίζεται από έντονες κοινωνικές αλλαγές, παγκόσμιους πολέμους και ανακατατάξεις.

Στη χώρα μας η λογοτεχνική γενιά που είχε αρχίσει να δηλώνει την παρουσία της, εκεί γύρω στα 1930, και να παρουσιάζει τα σημάδια μιας «νέας εποχής» και τους πρώτους καρπούς μιας δημιουργικής ευφορίας, ξεκίνησε με την μοντέρνα ποίηση. Όμως όσο κι αν η «Στροφή» του Γιώργου Σεφέρη είδε το φως στα 1930, το αίσθημα πως κάτι καινούργιο ανατέλλει στα ελληνικά γράμματα το δημιούργησαν πρώτοι οι πεζογράφοι. Ηλίας Βενέζης, Στρατής Μυριβἠλης, Κοσμάς Πολίτης, Άγγ. Τερζάκης, Γιώργος Θεοτοκάς, Μιχάλης Καραγάτσης, Λιλίκα Νάκου είναι η βασική ομάδα που πρώτος ο Γιώργος Θεοτοκάς θα την βαφτίσει «λογοτεχνική γενιά του ΄30».

Γύρω στα 1935 το λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Γράμματα» θα γίνει το επίσημο όργανο έκφρασης τους δημιουργώντας την βάσιμη ελπίδα πως νέες καλές μέρες ξημέρωναν για την λογοτεχνία μας που, και λόγω των συνεχών πολέμων μέχρι το 1925, είχε περιπέσει σε παρακμή.

Στην αρχική μαγιά των λογοτεχνών που αναφέραμε παραπάνω γρήγορα θα προστεθούν και νέα αξιόλογα ταλέντα.

Ήδη προς το τέλος της δεκαετίας του ΄30 ένας νέος πεζογράφος από την Κάλυμνο, ο Γιάννης Μαγκλής, θα κάνει την πρώτη του εμφάνιση με τη συλλογή διηγημάτων «Κολασμένοι της θάλασσας». Η θεματολογία του βγαλμένη μέσα, από την άγνωστη για το πολύ κοινό, σκληρή και επικίνδυνη ζωή των σφουγγαράδων, δοσμένη με πίστη στις αστείρευτες δυνάμεις του ανθρώπου, σε μια ατμόσφαιρα αγωνιστική, σχεδόν επική, προκαλεί εντύπωση. Το βιβλίο τιμάται με το πρώτο βραβείο Κρατικού διηγήματος και ο νέος πεζογράφος προκαλεί την προσοχή των λογοτεχνικών κύκλων, ως πολλά υποσχόμενος.

Γεννημένος στην Κάλυμνο, το τραχύ νησί των σφουγγαράδων, αγαπώντας με πάθος αυτή την δύσκολη ζωή των ανθρώπων του νησιού του που γνώρισε βαθιά απ’ όλες τις πλευρές της, ανακατεμένος και ό ίδιος επαγγελματικά με το παράξενο αυτό είδος που λέγεται σφουγγάρι, αποκτά την πρώτη μαγιά ύλης που θα επεξεργαστεί στα βιβλία του. Πολυταξιδεμένος, ως έμπορος σφουγγαριών, μεταφέρει στις σελίδες των βιβλίων του ένα αέρα κοσμοπολιτισμού αλλά και ευρωπαϊκής κοινωνικής και καλλιτεχνικής κουλτούρας που προσδίδει μια άλλη διάσταση και αδιάπτωτο ενδιαφέρον στη γραφή του. Σημαδεμένος από τη μοίρα με ένα πρόβλημα υγείας που θα τον τυραννά διά βίου, ξεγραμμένος από πολλούς γιατρούς, γίνεται τακτικός θαμώνας των νοσοκομείων.

Ζώντας με τον εφιάλτη μιας σύντομης ζωής, που στο τέλος υπήρξε μακρά και καρποφόρα, δεν υποκύπτει στη σκληρή προοπτική της ιατρικής επιστήμης. Ακαταπόνητος αγωνιστής υπερνικά το πρόβλημά του, προβάλλει από τα βιβλία του το υπόδειγμα του ανυπότακτου, του ήρωα και του αγίου, του παλληκαρά και του ατρόμητου, ακόμη και του παράνομου και του εγωιστή.

Είναι ένας γνήσιος εκπρόσωπος της μορφής γραφής που συνηθίσαμε να αποκαλούμε «αγωνιστική πεζογραφία».

Είναι γεγονός πως ο Mαγκλής, από την αρχή της εμφάνισής του στο λογοτεχνικό στίβο, θα μείνει περιχαρακωμένος στο μοντέλο της λεγόμενης «αφηγηματικής πεζογραφίας». Μιας πεζογραφίας που μπορεί να παραμένει κλασσικά αφηγηματική και όμως να βρίσκεται μέσα στο πνεύμα του καιρού μας, να εξακολουθεί να αγαπιέται και να διαβάζεται με μανία, παρά την άνθιση της μοντέρνας και πρωτοποριακής αφήγησης. Παράδειγμα οι μεγάλοι Αμερικανοί πεζογράφοι Στάινμπεκ, Φώκνερ, Χεμινγουαίη. Γράφουν και συνθέτουν απλά ακολουθώντας, κατά κάποιο τρόπο, το «μια φορά κι ένα καιρό». Η τεράστια δύναμη με την οποία απεικονίζουν τα πράγματα και το νόημα που τους δίνουν στηρίζεται πάντα σε ένα σκελετό απλής αφηγηματικής ικανότητας.

Ο Μαγκλής μάλιστα, στο πρώτο μυθιστόρημά του «Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου» μας ξαναφέρνει την ηθογραφία. Μα φαινομενικά μόνο. Γιατί οι θαλασσογραφικοί του πίνακες, έχουν κάτι το ρωμαλέο και το ορμητικό, το δυναμικό και το αψύ, που παίρνει την ηθογραφία και την πάει προς το έπος. Στα επόμενα έργα του, στο μυθιστόρημα «Τα’ αδέρφια μου οι άνθρωποι» και τις συλλογές διηγημάτων «Πορεία στο βούρκο», «Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί» και « Ανθρώπινο πάθος» μας φανερώνει τον πλούτο, τη δροσιά και την αμεσότητα της αστείρευτης αφηγηματικής του φλέβας. Κέντρο του έργο του ο άνθρωπος. Τον βλέπει, τον αισθάνεται, τον ακούει, τον μυρίζει, παρακολουθεί τις κινήσεις του, πληροφορείται για την ζωή του. Ποτέ στα βιβλία του Μαγκλή δεν τον χάνουμε τον άνθρωπο από τα μάτια μας. Δεν δραπετεύει από τις σελίδες τους για να πληρωθεί το κενό τους από αφηρημένες ιδεολογικές γενικότητες. Ο άνθρωπος, άντρας ή γυναίκα, είναι πανταχού παρών : Σφουγγαράς, ψαράς, κοντραμπατζής, μαγαζάτορας, ιερέας, εργάτης της γης και της θάλασσας, αφεντικό, υποτακτικός, παλληκαράς ή δειλός και ύπουλος συμφεροντολόγος. Και μετά, κοπέλες του έρωτα και του μοναστηριού, γυναίκες της παρθενιάς και των καταγωγίων, μανάδες της θυσίας και της οικογένειας, της σπατάλης και της καταστροφής.

Κάπου τονίζει: «Όσο κακός και ν’ είναι ο άνθρωπος θέλω να πιστεύω ότι έχει μέσα του μια φλέβα καλοσύνης και ανθρωπιάς. Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί, υπάρχουν μόνο παιδιά του Θεού που τα λασπονέρια της ζωής πιτσιλίζουν και λερώνουν τη λευκή στολή της ψυχής τους».

Το αυστηρά ανθρωποκεντρικό αυτό μοτίβο δεν κουράζει τον αναγνώστη γιατί ο συγγραφέας φροντίζει να το ντύνει και να το στολίζει με όλες τις ομορφιές της νησιώτικης φύσης : ήλιος, θάλασσα, ηλιοβασιλέματα, ακρογιάλια, πλεούμενα, μοναστήρια, που κάνουν τα βιβλία του μια επιβλητική τοιχογραφία της νησιώτικης λαϊκής ζωής.

Ο Μαγκλής έχοντας χαροπαλέψει ο ίδιος πολλές φορές με την αρρώστια του, περνώντας πολύ χρόνο σε κλινικές και νοσοκομειακά κρεβάτια, γράφει κάπου στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «Ο ήλιος δεν βασίλεψε ακόμα» : «Να δεις τι υπέροχο ζο είναι ο άνθρωπος. Δεν ήξερα αν θα ζούσα μια βδομάδα ή ένα μήνα, κι ωστόσο μυαλό και πεθυμιά δε μέρευαν. Να τελέψω το μυθιστόρημα που έγγραφα, να ταξιδέψω, να σεργιανίσω την Ισπανία που λαχτάριζα, να δω το κράτος του Ισραήλ που άρχισε πάλι να κάνει θάματα, να γνωρίσω την Ανατολή». Και κάπου αλλού τονίζει : «Να χαίρεσαι σαν είσαι ζωντανός και περπατάς. Δεν έχει δεύτερο πράμα σε ομορφιά από τη ζωή. Να βλέπεις το φως του ήλιου, ν’ αλαφρώνεις απ’ το ξεκούρασμα της νύχτας, ν’ αγγίζεις και να ταξιδεύεις τη θάλασσα, να κουβεντιάζεις φιλικά με τους ανθρώπους…».

Ο Μαγκλής στα χρόνια της κατοχής έζησε στην Αίγινα. Εκεί γνώρισε τον Καζαντζάκη και δέθηκε με στενή φιλία μαζί του. Ο Καζαντζάκης στάθηκε ο δάσκαλος που τον επηρέασε με τις ιδέες του για τη ζωή, με τους ηρωικούς και μηδενιστικούς προβληματισμούς του, με τη σκληρή ασκητική ζωή του και την γιγάντια συγγραφική του βούληση. Τον θαύμαζε απεριόριστα. Η προσωπικότητα του μεγάλου Κρητικού του προκαλούσε δέος. Από αυτόν πήρε τη διαβεβαίωση για το συγγραφικό του τάλαντο και με την άδειά του ξεχύθηκε στο γράψιμο.

Το ύφος του Μαγκλή σε πολλά θυμίζει Καζαντζάκη, ακόμα και στα κοινά ανέκδοτα με τα οποία εκείνος διάνθιζε φιλοσοφικά και παραβολικά τις αφηγήσεις του. Φυσικά ο Καζαντζάκης στέκεται σε άλλα επίπεδα πνευματικότητας και προφητικής αλληγορίας. Η επική πνοή του φυσάει σε ανώτερα δημιουργικά στρώματα. Όμως κουραζόμαστε να κοιτάζουμε, συνέχεια, τόσο ψηλά. Πολλές φορές τα μάτια μας θαμπώνουν από την κούραση της ανάτασης. Τότε το μεγάλο δάσκαλο τον αφήνουμε για λίγο στον ουράνιο θρόνο του. Αποζητούμε ξανά τη γη μας την απλή, την καθημερινή, τη χαριτωμένη, την γεωγραφικά προσδιορισμένη. Αποζητούμε τη ζωή την άμεση, τη σκέτη, την αληθινή, την ανθρώπινη, αυτήν που περιγράφει ένας μεγάλος παραμυθάς με την αστείρευτη φλέβα του Γιάννη Μαγκλή.

Γιατί ο Μαγκλής είναι ο κατεξοχήν γνήσιος διηγηματογράφος. Ξετυλίγει αδιάκοπα ιστορίες, πολύχρωμες, παραστατικές, σωστά ξεσηκωμένες από τη ζωή που ζει και που αυτόματα τις μεταμορφώνει σε αφηγήσεις. Κι’ αυτή τη δεξιοτεχνία την έχει ο Μαγκλής και με το παραπάνω.

Τα πιο πολλά θέματά του είναι απλά : ένα νησιώτικο γλεντοκόπι, ένα ψάρεμα, ένας περίπατος στην ακρογιαλιά, μια βαρκάδα, ένας καυγάς κοντραμπατζήδων, μια απαγωγή, ένας γάμος, μια ερωτική σκηνή, μια κλεψιά προβατίνας «κρητικού τύπου». Όπως και νάναι όμως, πίσω απ’ όλα αυτά και πέρα από τη μαγεία της ιστορίας, ζητάμε πάντα από το διήγημα από την πεζογραφία και κάτι άλλο. Κάτι πιο βαθύ και πιο σημαδιακό, είτε πρόκειται για τον αιώνιο άνθρωπο, είτε απλά και μόνο για τη φυλή μας, τους ανθρώπους μας.

Νομίζουμε πως ο Μαγκλής το αίτημα αυτό το ικανοποιεί με δύο τρόπους.

Ο ένας είναι καθαρά ελληνικός. Είτε γεγονότα, είτε τοπία, είτε ανθρώπους του τόπου μας αφηγείται ο συγγραφέας, ένα ακράτητο, καθαρά ελληνικό μπρίο ζωής, ξεπετιέται από τα κείμενά του. Ο Μαγκλής εκφράζει, όσο ελάχιστοι πεζογράφοι μας, όχι μόνο την «ελληνικότητα» αλλά και την αγριάδα, τον ανατριχιαστικό πρωτογονισμό, τη ζωτικότητα της ράτσας μας. Είναι το αθλητικό κορμί του λαού μας αυτό που συνηθίσαμε να αποκαλούμε «λαϊκή ψυχή». Ένας μεγάλος αριθμός διηγηματογραφικών του τύπων είναι σφουγγαράδες, θαλασσινοί, βοσκοί, πραματευτάδες, εργάτες γης, άνθρωποι μιας άλλης ηθικής από την καθιερωμένη. Αυτήν της ζωικής βουλιμίας που φτάνει ως την αγριότητα, την ατρόμητη σκληράδα, το χαλασμό, την αψηφισιά των πάντων.

Μια τέτοια «ζωική βουλιμία» μια τέτοια ανάγκη να επιβληθεί το ένα και μοναδικό άτομο πάνω στα άλλα με το χορό, τον έρωτα, τον καυγά με το μαχαίρι στα δόντια, ασφαλώς είναι επηρεασμένη από τα Καζαντζακηκά πρότυπα ( Ζορμπάς, Καπετά-Μιχάλης). Όμως ο Μαγκλής την αξιοποίησε χωρίς να φαίνεται δανεική, με το δικό του μοναδικό τρόπο.

Στον «Σαντουριτζή με τις βράκες» ξεπετιέται μπροστά μας αυτό το πορτραίτο:

«Στην κορνίζα της πόρτας φάνηκε άντρακλας χαμογελαστός με δόντια να γυαλίζουν και το τσιγάρο στραβά στο στόμα. Αψηλός, πλατύς, με πυκνόμαυρο γένι που’ σμιγε με τα κατεβαστά μουστάκια του. Είχε μαντίλι παρδαλό για σαρίκι και από την κάτω μεριά κρέμουνταν τα σγουρά του. Έσφιγγε στη μέση του το θαλασσί ζουνάρι, δίπλωνε την άκρη του και το’ χωνε στο πλευρό. Ανασήκωσε λιγάκι τη βράκα κι έσιαζε τα δυό μαχαίρια πού’ τανε λοξά πάνω στην κοιλιά». Η περιγραφή του αυτή μοιάζει με φιγούρα του Θεόφιλου που μόλις απόδρασε από κάποιο κάδρο του αλλά πιο άγρια και πιο βάρβαρη. Είναι ο σκοτεινός πρωτόγονος άνθρωπος του βουνού με την αβυσσαλέα ψυχή και τις ανεξάντλητες δυνάμεις. Από αυτά τα λαϊκά στρώματα φυτρώνει και αξιοποιείται, προς το θετικό ή το αρνητικό, το δυναμικό της φυλής μας.

Αυτός είναι ο ένας τρόπος του Μαγκλή. Ο άλλος είναι η φανέρωση μιας απέραντης τρυφεράδας και συμπόνιας προς τον αδύνατο που κρύβει πλούσια μέσα του ο συγγραφέας.

Διαβάστε την παράξενη ιστορία του Ιούδα. Ένας δάσκαλος, συνεπαρμένος από το χριστιανικό του ίστρο στο μάθημα προς τα παιδιά και «καταρωμένος» τον Ιούδα που πρόδωσε το Χριστό, βρίσκει ξαφνικά πως ένας μαθητής του, ανυποψίαστος, έμοιαζε του Ιούδα. Τον υποδεικνύει στους άλλους και το πλήθος παραλίγο να κατασπαράξει το άναυδο παιδί. Το αιώνιο μάθημα του ανθρώπου «εξαγνιστή και κτήνους» μαζί, που ξαναγυρίζει με τους αιώνες χωρίς να μας κάνει καλύτερους. Ο Μαγκλής, με την αυθόρμητη τρυφερότητα που τον διακρίνει, πιστεύει σ’ αυτό το καλύτερο, το εύχεται και κάπου-κάπου το διδάσκει στα διηγήματά του. Αυτό το κήρυγμα του δίνει βέβαια τον τίτλο του «ανθρωπιστή συγγραφέα». Αυτό τον ανθρωπισμό του όμως ο Μαγκλής τον σταλάζει στα γραφτά του με προσοχή και φειδώ χωρίς να κουράζει με τις εύκολες και ανούσιες διδαχές. Άλλωστε που να του αφήσει χώρο για κηρύγματα η μανία του «παραμυθά».

Λένε πως, κάποτε, ο Δημοσθένης Βουτυράς συνεπαρμένος από τον διηγηματογραφικό του ίστρο και υψώνοντας ένα ποτήρι ρετσίνα, που σχεδόν ποτέ δεν έλειπε από το χέρι του, ανέκραξε: «Θα τυλίξω τη γη με διηγήματα».

Δεν ξέρω, αλλά αυτό το περιστατικό, που διάβασα κάποτε, μου έρχεται στο νου κάθε φορά που θα χαθώ στο συγγραφικό ίστρο του Μαγκλή. Είτε αυτό είναι διήγημα ή μυθιστορία. Θα τολμούσα μια παρομοίωση που τόσο πολύ ταιριάζει στην καταγωγή του και τους «Κολασμένους της θάλασσας» που μοναδικά αποθανάτισε. Ο Μαγκλής είναι ο ίδιος ένα συγγραφικό σφουγγάρι. Το σφουγγάρι έχει την ιδιότητα να απορροφά μεγάλες ποσότητες υγρών, να στίβεται και να τις αποστάζει πάλι. Κάτι παρόμοιο είναι και το συγγραφικό ταλέντο. Ο Μαγκλής το έχει μέσα του αυτό το σφουγγάρι. Είναι μάλιστα ένα μεγάλο, όσο μια αγκαλιά, ψαρεμένο από τον τραχύ και άγριο βυθό της Καλύμνου.

Φαίνεται αυτό από την επιτυχία που γνώρισαν, με απανωτές εκδόσεις, τα τόσα πολλά μυθιστορήματα και διηγήματά του. Μιλούμε κυριολεκτικά για ένα «άρπαγα θεμάτων». Είναι απίστευτο πως τα πάντα γίνονται διηγήματα στο λόγο του. Όποιος τον είχε γνωρίσει προσωπικά, κι’ εγώ τον γνώρισα από κοντά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, καταλαβαίνει τι εννοώ. Ο Μαγκλής δεν κουβέντιαζε, ξετύλιγε αδιάκοπα ιστορίες. Με τα γοργοκίνητα μάτια του που λές και γύρευαν θέματα για να αρπάξουν ξανοίγονταν σε ιστορίες δικές του και των άλλων, σε αναμνήσεις, σε σπαρταριστά ζωντανέματα λαϊκών και νησιώτικων τύπων. Αλλά αν οι προφορικές αυτές ιστορίες είχαν τη νοστιμάδα του αυτοσχέδιου παραμυθιού, οι γραμμένες ιστορίες του είναι δυναμική λογοτεχνία, πολύχρωμη, νευρώδης, παραστατική, σωστά ξεσηκωμένη από τη ζωή.

Καλά και φτάνει αυτό; Θα πει κανείς. Νομίζω πως ως ένα σημείο φτάνει. Υπάρχει μια μαγεία, η μαγεία του παραμυθιού, σε κάθε ιστορία παρμένη από τη ζωή, ωραία δεμένη, ξετυλιγμένη, ολοκληρωμένη. Κι’ αυτή τη δεξιοτεχνία την έχει ο Μαγκλής και με το παραπάνω. Οι ιστορίες του μας τέρπουν με τη βαθύτερη σημασία του αισθητικού αυτού όρου. Ένα θερμό ρεύμα ζωής μας ενώνει μαζί τους, κι’ όταν τα’ αφήνουμε, τα συλλογιζόμαστε και τα μελετούμε νοερά σαν κομμάτια ζωής που γίναν πια δικά μας. Νομίζω πως όταν ένας συγγραφέας πετύχει αυτή την «μετάγγιση αίματος» θα πρέπει να πιστέψει πως δεν πρόδωσε τον προορισμό του. Δεν σπατάλησε άδικα το τάλαντο που του’ δωσε ο Θεός.

Τονίσαμε και παραπάνω πως ο Μαγκλής έχει και κάτι άλλο που διαπερνά τις διηγήσεις του από το Α ως το Ω. Την ηρωική, την παλικαρίσια αντίληψη της ζωής, ως το τέλος της. Κάπου ο ίδιος γράφει : «Ανάγκη ή συνήθεια, αγωνιζόμαστε να κρατηθούμε στη ζωή, να μείνουμε στο πόστο μας. Σωστό. Μα, σαν δεν μπορέσουμε άλλο, ας μη μας κοπεί η ανάσα από το φόβο, ας μη στραπατσάρουμε την αξιοπρέπειά μας. Είναι και τούτο νίκη.»

Και ο Γιάννης Μαγκλής υπήρξε ένας μεγάλος νικητής και του φυσικού τέλους.

Κάλυμνος, Ιούλιος 2008.

Πηγή http://www.tzivaerikalymnos.com/-u-q/100-2011-12-15-20-39-02


ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Όλα τα παρακάτω πεδία είναι υποχρεωτικά, οπότε πρέπει να τα συμπληρώσεις για να μπορέσεις να υποβάλεις το σχόλιό σου! Η διεύθυνση e-mail που θα καταχωρήσεις ΔΕΝ θα δημοσιευθεί.

Σύμφωνα με τους όρους χρήσης σε περίπτωση χρήσης ψευδωνύμου, πριν την δημοσίευση του σχολίου σου μπορεί να υπάρξει επικοινωνία μέσω e-mail για την ταυτοποίηση των στοιχείων σου χωρίς αυτά να δημοσιοποιηθούν ή/και να δημοσιευθούν.

Δώσε μία έγκυρη διεύθυνση e-Mail. Η διεύθυνση e-mail που θα καταχωρήσεις ΔΕΝ θα δημοσιευθεί.

Πάτα στο πιο πάνω τετραγωνίδιο για να μας αποδείξεις οτι δεν είσαι ...ρομπότ!

Pantelis

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ

ΠΙΚΑΝΤΙΚΑ

ΥΓΕΙΑ

v-websites.gr - Καταστευή Ιστοσελίδων

Κατασκευή Ιστοσελίδων | Web Productions

kalymniansvoice.com

Copyright © 2017 | All rights reserved.

Ακολουθείστε μας στο Facebook
Μας αρέσει να μας λέτε ότι ...σας αρέσουμε!